Του Θόδωρου Γρηγοριάδη
(απόσπασμα)
[...] Η αγγελία στις καλλιτεχνικές στήλες των εφημερίδων ότι νοικιάζεται χώρος για θεατρικές ομάδες έφερε αρκετό κόσμο. Ήταν συνήθως νέοι ηθοποιοί, απόφοιτοι θεατρικών σχολών, που ενθουσιάζονταν με το χώρο όχι όμως και με την ιδέα να ανεβάσουν αποκλειστικά Μπέκετ. Αναγκάστηκα εγώ και η Ζωζώ να κάνουμε οντισιόν στα σχέδια κάθε φιλόδοξου και ανερχόμενου καλλιτέχνη. Κάπου στο βάθος κατανοούσα και συμμεριζόμουν την ανησυχία τους. Μήπως κι εγώ έτσι δεν ξεκίνησα; Με τα χειρόγραφα στο χέρι, κόβοντας βόλτες σε εκδοτικούς οίκους, χωρίς διαμεσολαβητές;
Πάντως εμείς εφαρμόζαμε ένα σχέδιο-παγίδα. Μόνον σε όσους θα αποδέχονταν εξ αρχής την πρόταση για το ανέβασμα ενός Μπέκετ θα τους αποκαλύπταμε τη χρηματοδότηση της παράστασης. Κάπως έτσι θα γλιτώναμε από τους απρόθυμους και τους επιπόλαιους.
Ήδη η θλίψη υποχωρούσε στις επιταγές της καθημερινότητας, και έτσι αρχίσαμε να οργανώνουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε το μαγαζί. Βρήκαμε ένα παιδί που έπαιζε καλή μουσική, βάλαμε άλλον έναν απ'έξω στα τραπέζια, τα βρήκαμε με τους προστάτες της περιοχής και ξαφνικά άρχισε να ξανάρχεται κόσμος. Όμως από την πρώτη κιόλας βδομάδα έβλεπα ότι ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός. Όχι το γνωστό trendy πλήθος, αλλά περαστικοί, ζευγαράκια της περιοχής, κάποιοι Πολωνοί και πολλοί μοναχικοί τύποι σαν κι αυτούς που τριγυρνούσαν στα στενά της περιοχής...Τι είχε συμβεί;
«Σας στέλνω πελατεία», βροντοφώναξε η Ευρυδίκη, πίνοντας τον καφέ της και κρατώντας μια δερμάτινη τσάντα «από φίδι Βραζιλίας»-όπως ισχυριζόταν. Η Ζωζώ την κοίταξε έντρομη. «Λέω στους πελάτες μου να περνάνε για ένα ποτό από το μαγαζί σας. Στεναχωριέμαι που το βλέπω άδειο!»
Δεν αμφιβάλλαμε καθόλου γι' αυτό. Ήδη η Ζωζώ αντιμετώπιζε πρόβλημα με ορισμένους τύπους που έρχονταν αποκλειστικά γι’ αυτήν, ενώ η Τάνια απειλούσε ότι θα παρατήσει την δουλειά επειδή την ενοχλούσαν κάποιοι άλλοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς πλησίαζε η πρεμιέρα του έργου και περιμέναμε να αλλάξει κάπως η κατάσταση.
Η ομάδα που βρέθηκε για να ανεβάσει το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήταν μια ομάδα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Βοηθούμενη από έναν σαραντάχρονο ψυχίατρο, δραματοθεραπευτή και σκηνοθέτη, έκαναν τις πρόβες τους, νωρίς το απόγευμα, ετοιμάζοντας το έργο με ρυθμούς κανονικούς. Η χρηματοδότηση ήταν επίσης απλόχερη, άσε που ο Στάμος πίστευε ότι επιτελούσαμε και κοινωνικό έργο. Το λιτό σκηνικό έδειχνε έναν δρόμο, μια μεγάλη πέτρα, ένα πελώριο δένδρο που ακουμπούσε στην ανάγλυφη οροφή.
Τo βράδυ της πρεμιέρας ο ένας εκ των πρωταγωνιστών, ένα αδύνατο αγόρι από την Καλλιθέα, που θα έπαιζε τον Βλαντιμίρ, σουτάρισε κάτω στα καμαρίνια και ο σκηνοθέτης έγινε έξαλλος που τον είδε σωριασμένο. Τους μάζεψε όλους και έφυγε παρά τις διαμαρτυρίες του κόσμου και των άλλων παιδιών. Παρότι στο μαγαζί γινόταν "πατείς με πατώ σε" η παράσταση αναβλήθηκε. Κάποια στιγμή, κλείνοντας το δικό της "μαγαζί", πέρασε η Ευρυδίκη για ένα ποτό, ήρθε και η Τσατσά με έναν πελάτη, που δεν πρόλαβε την Ευρυδίκη, και όλοι μαζί ενωθήκαμε σε ένα κεφάτο βράδυ. Ο Βλαντιμίρ είχε χρόνο να κρεμαστεί μιαν άλλη φορά, εκτός κι έρθει ο Γκοντό.
Δεν ξαναήρθε όμως ο θίασος των παιδιών, γιατί δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομάδα. Εμείς ανταμειφθήκαμε από τον Στάμου για την προσπάθειά μας, αλλά σκεφτόμασταν αν έπρεπε να συνεχίσουμε με τους ίδιους όρους. Στο κάτω-κάτω ό,τι βγάζαμε ήταν κέρδος, το μαγαζί πήγαινε καλά και οι πελάτες της Ευρυδίκης δεν παρέλειπαν να πάρουν το ποτό τους λίγο πριν ή μετά την επίσκεψή τους.
Η Ζωζώ αντιμετώπιζε με ψυχραιμία την καινούργια κατάσταση και εγώ βρέθηκα στο παλιό μου πόστο, στην είσοδο του καφέ, μόνο που τώρα αν έβλεπα κάποιον καθωσπρέπει πελάτη τον προειδοποιούσα: «Ξέρετε στο μαγαζί συχνάζει και κόσμος της περιοχής» πράγμα που λειτουργούσε περισσότερο προτρεπτικά.
Είχαμε κατορθώσει να φτιάξουμε ένα μαγαζί όπου οι «περιθωριακοί» αισθάνονταν αποδεκτοί, ενώ οι «κουλτουριάρηδες» βουτούσαν στην ετερότητα και τη διαφορά. Μια χαρά δηλαδή για όλους.
Μια χαρά... ώσπου δύο αναπάντεχα γεγονότα ήρθαν να αναταράξουν τις ισορροπίες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Η Ζωζώ από καιρό τα είχε φτιάξει με τον Χρήστο κι ας μου το κρύβανε, δεν ξέρω γιατί, ίσως από τον καιρό που ζούσε και ο συχωρεμένος. Εδώ είχαμε μοιραστεί του κόσμου τα μυστικά και ο νεαρός γυμναστής ντρεπόταν να μου το φανερώσει. Μια μέρα τους τσάκωσα μέσα στην τουαλέτα να ποδοπατιούνται, δε λέω, ο Χρήστος ήταν όμορφο αγόρι, τον κυνηγούσαν όμως περισσότερο οι άνδρες-αν αυτό θεωρείται απόδειξη της υπερβολικής γοητείας ενός αρσενικού. Εγώ προσωπικά γνώριζα και άλλα πράγματα για τον, κατά δέκα χρόνια μικρότερό μου, καλογυμνασμένο νεαρό. Ότι σύχναζε σε σπίτι σεναριογράφου της ιδιωτικής τηλεόρασης και μάλλον θα τον βλέπαμε να ντεμπουτάρει σε νεανική σειρά, που ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή, σαφώς με κάποια ανταλλάγματα όπως απαιτούν ορισμένοι σιωπηροί νόμοι του casting.
Όμως την Ζωζώ την ποθούσε και ο τύπος που περίμενε την Ευρυδίκη κάθε φορά για να φύγουν μαζί. Αυτός κι αν δεν ήταν παράξενος! Δήλωνε υπαξιωματικός του ναυτικού, ήταν ψηλός με ενωμένα καραμανλίδικα φρύδια, υπερόπτης και μάγκας. Δεν χρειάζεται να δηλώσω ότι όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούσαν σε πελοποννησιακή καταγωγή-τα βορειοελλαδίτικα φρύδια λίγο μου το χάλαγαν. Φρόντιζε λοιπόν ο ...Εστραγκόν (ας του δώσω αυτό το ψευδώνυμο-ποτέ δεν θα εξέθετα έναν στρατεύσιμο) να έρχεται λίγο νωρίτερα ώστε να έχει τον χρόνο να μιλάει με την Ζωζώ που ήταν εξ ίσου ψηλή, μελαχρινή και όμορφη κοπέλα, όπως εκείνη που δούλευε στο απέναντι σπιτικό.
Στο μεταξύ μια νέα παραγωγή βρισκόταν και πάλι στα σκαριά. Αυτή τη φορά υπήρχαν ελπίδες να ανεβάσουμε το έργο. Μια ηθοποιός, βακχίδα σωστή, μας προσέγγισε και ζήτησε να νοικιάσει το χώρο μας. Μόλις είχε γυρίσει από την Αγγλία όπου έκανε θέατρο, η λατρεία της ήταν ο Μπέκετ και την έλκυσε το όνομα του χώρου. Ιδανική περίπτωση. Όταν μάλιστα έμαθε ότι η παραγωγή ήταν μια προσφορά του μαγαζιού έβαλε τα κλάματα και θεώρησε της μοίρας της να συναντήσει τον Μπέκετ στην οδό Φυλής.
Όμως το έργο «Ω ευτυχισμένες μέρες» απαιτεί μια ηρωίδα που θάβεται σταδιακά σε ένα σωρό χώμα. Ο σκηνογράφος πρότεινε τις λιγότερο επώδυνες λύσεις από το να μετατραπεί το μισό μαγαζί σε γιαπί. Η Ζωζώ άρχισε την γκρίνια τη στιγμή που ο Στάμος ετοιμαζόταν να βγάλει τα χρήματα από τις τράπεζες. Η αλήθεια είναι ότι η Ζωζώ είχε τα νεύρα της βλέποντας ότι ο Χρήστος φλέρταρε με την Ευρυδίκη και είχε την βάσιμη υποψία ότι στο ρεπό του έκανε κι εκείνη ρεπό. Γι' αυτό όσο προχωρούσαν οι πρόβες με την Χαρά Β., στον ρόλο της Γουίνι, η Ζωζώ κατάφερε να τα βρει με τον υπαξιωματικό και μάλιστα τη μέρα εκείνη που οι άλλοι είχαν το ρεπό τους!
Η Χαρά Β. είχε βρει έναν τρόπο να θάβεται, όπως απαιτούσαν οι δραματουργικές ανάγκες του έργου. Σκηνοθετούσε μόνη τον εαυτό της έχοντας από δίπλα έναν μικρόσωμο φίλο της, στον ρόλο του συζύγου, ο οποίος ταυτόχρονα εκτελούσε έργο βοηθού και υποβολέα. Όσο πλησίαζε η μέρα της πρεμιέρας και είχανε σταλεί προσκλήσεις και δελτία τύπου, εκείνη άρχισε να παρουσιάζει ψυχοσωματικά προβλήματα, με αφορμή το θάψιμό της στο χώμα. Δεν υπήρχε πολύ χώμα, βέβαια, μια εξωτερική κάλυψη μόνον στο χαρτονένιο σωρό έδινε την εντύπωση του σωρού. Τέλειο το κείμενο όταν το διαβάζεις με το βιβλίο στο χέρι, όμως όταν το παίζεις πώς να σταθείς; Έμενε βωβή, φώναζε, «βγάλτε με από δω κάτω», «πνίγομαι, σώστε με», καθώς έπρεπε να απομείνει με το κεφάλι απ'έξω κι εμείς δεν τρέχαμε για βοήθεια, γιατί νομίζαμε ότι όλα αυτά ήταν λόγια του έργου ή ασκήσεις υποκριτικής.
Όταν όμως τής γύρισε ανάποδα η γλώσσα και έφτασε το ασθενοφόρο να την παραλάβει, αντιληφθήκαμε -για άλλη μια φορά- ότι η παράσταση δεν θα γινόταν και άντε να βγάλεις τόσα «μπάζα» από το μαγαζί. Η Ζωζώ ούτε που συγχύστηκε γιατί ήταν ερωτευμένη με τον Εστραγκόν («ξέρει να φερθεί σε μια γυναίκα», υποστήριζε η φίλη μου), ενώ ο Χρήστος με την Ευρυδίκη έφυγαν τριήμερο στη Μύκονο. Εκείνος θα έπαιζε σε ένα διαφημιστικό σποτ για μια μπύρα και κουβάλησε και την καλή του παρέα. Η Τσατσά ήρθε στο μαγαζί και μας έκανε «σκηνή» λέγοντας ότι έτσι που πάμε σε λίγο καιρό θα χάσουμε όλοι την πελατεία μας. Το τριήμερο έβαλε μιαν καινούργια να δουλέψει και ο υπαξιωματικός ανέλαβε να με αντικαταστήσει στην πόρτα και να συνομιλεί με τους προστάτες, όταν προσέρχονταν φυσιολογικά για την τακτική αμοιβή τους (ήταν δυο ψηλόσωμοι, με σακάκια και πολύ υπομονετικό βλέμμα).
Σκέφτηκα ότι δεν χωρούσα άλλο εκεί μέσα. Γι' αυτό και αποφάσισα να αποχωρήσω πανηγυρικά, διεκδικώντας κι εγώ το μερίδιό μου από κάποια εκδήλωση. Θα οργάνωνα μια βραδιά λογοτεχνική με ποιήματα του Μπέκετ όπου θα διάβαζα εγώ και ένας φίλος μου από την Πάτρα, που σπούδαζε ηθοποιός στην Αθήνα. Κάπως έτσι θα βοηθούσα και οικονομικά και το φίλο μου.
Ο Στάμος δεν είχε αντίρρηση, σχεδόν ήταν έτοιμος να κάνει κάθε είδους παραχωρήσεις προκειμένου να ανεβαίνει έστω και μια σκηνή από το επόμενο έργο.
Τη βραδιά της ανάγνωσης η Ζωζώ κανόνισε να φάει με τους γονείς της για να γνωρίσουν τον Εστραγκόν, έχοντας την εντύπωση ότι θα δουλέψει ο Χρήστος στο μπαρ. Όμως ο Χρήστος άρχισε να δέρνεται από τις πέντε το απόγευμα με την Ευρυδίκη η οποία αποδείχτηκε πιο γυμνασμένη από τον γκόμενο (είχε βγει πρώτη στα εκατό στο Λύκειο πανελλαδικώς). Ο καυγάς τους έφερε το εκατό και κατέληξαν αμφότεροι μαυρισμένοι, και με την Τσατσά να ολοφύρεται, στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα.
Δυο πελάτες μπήκαν και κάθισαν στις καρέκλες κι εκείνοι τυχαία. Μόλις εμείς αρχίσαμε την απαγγελία μάς διέκοψαν λέγοντας, «αφήστε τις μαλακίες και βάλτε κάνα τραγουδάκι». Τους εξηγήσαμε τι συνέβαινε, ο Στάμος μπήκε ανάμεσά μας, εκείνοι ανένδοτοι.
Η φασαρία που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Δυο άτομα εκείνοι και διέλυσαν σχεδόν όλο το μαγαζί. Εμείς κλεισμένοι κάτω στο υπόγειο, στα καμαρίνια, ακούγαμε από πάνω μας την καταστροφή. Όταν ξανάρθε η αστυνομία ήταν πια πολύ αργά. Θεωρώντας μας ταραχοποιό παράγοντα στην περιοχή μάς αφαίρεσαν την άδεια για δεκαπέντε μέρες [...]

