Της Χρύσας Μπότση

(απόσπασμα)

 

Ήταν Ιούλιος του 1988 όταν έδωσα τον όρκο του Ιπποκράτη - φορώντας ένα πουλόβερ, παρά τις υψηλές θερμοκρασίες(!)- και συλλογιζόμενη όλα αυτά που είχα ζήσει μέχρι τότε…

Έξι χρόνια «βασανιστηρίων» στα πανεπιστημιακά έδρανα και στις πανεπιστημιακές κλινικές, ατέλειωτα ξενύχτια διαβάζοντας, ένα έλκος στομάχου και απερίγραπτες μέρες αγωνίας. Αλλά η Ιατρική είναι μια δύσκολη τέχνη και εκείνη την ζεστή ημέρα της ορκωμοσίας, δεν μπορώ να πω ότι δεν συγκινήθηκα. Ωστόσο, δεν μπορούσα πια να χαρώ κι αυτό οφείλεται σ’ ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πανεπιστημιακού χώρου: μπορεί και σου στερεί τη χαρά. 

 

Ήταν Ιούλιος μήνας και ξαφνικά, στο μυαλό μου, έλαμψε μια φωτεινή επιγραφή:  « Αγροτικό-Υπηρεσία Υπαίθρου »…

Δεν ξέρω άλλον επιστήμονα που υποχρεούται να μεταβεί άρον-άρον στην επαρχία, αν θέλει να συνεχίσει την εκπαίδευσή του και να δουλέψει στη συνέχεια. Δεν ξέρω ακόμη, πώς οι κάτοικοί της δεν έχουν διαδηλώσει μέχρι τώρα, διεκδικώντας καλύτερη περίθαλψη, όταν το μόνο που φαίνεται να δικαιούνται είναι ένας τρομαγμένος(η) απόφοιτος Ιατρικής που ποτέ, έως τη στιγμή που διορίζεται, δεν έχει αποφασίσει μόνος του για έναν άρρωστο!

Μετά την αγανάκτησή μου για την άδικη μεταχείριση της τίμιας αγροτιάς για μια ακόμη φορά –πρακτικά το φόβο μου ιδεολογικοποιούσα- πήρα μια απόφαση: δεν θα πήγαινα στο αγροτικό ιατρείο έτσι, κατευθείαν από τη Σχολή. Δήλωσα μια ειδικότητα που εδικαιούτο αναστολή υπηρεσίας υπαίθρου και ξεκίνησα ένα χρόνο ειδίκευσης στην Παθολογία, στο Βοστάνειο νοσοκομείο της Μυτιλήνης.

Ήταν ίσως ένα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και βέβαια από τα πιο κουραστικά , αφού με απόφαση του Νομάρχη βρεθήκαμε κάποια στιγμή να κάνουμε 15 εφημερίες το μήνα και διακομιδές επειγόντων –εννοείται χωρίς αμοιβή- πάνω από το Αιγαίο, με 10 μποφόρ! Σ΄αυτή τη χρονιά χρωστάω τον χαλκέντερο χαρακτήρα γιατρού , τους κιρσούς του αριστερού μου ποδιού , την εξοικείωσή μου με τη διάλεκτο του νησιού, με τον κόσμο του αλλά και με τα γεμάτα χρώμα δειλινά , τις αυγές   και τις γεύσεις του.

Η χρονιά κύλησε μέσα στην ένταση, το ξενύχτι, την αγωνία αλλά και τις χαρές των πρώτων επιτυχιών. Τελείωσε όμως , και η φωτεινή επιγραφή στο μυαλό μου, ξαναφάνηκε: ΑΓΡΟΤΙΚΟ-ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΥΠΑΙΘΡΟΥ…

Τώρα είχα μόνο μια επιλογή: Μυτιλήνη. Αλλά, πού;

Όπου υπήρχε! Εξάλλου,  γνώριζα πια αρκετό κόσμο στο νησί.

Όταν στο γνωστό πίνακα ανάρτησης των αγροτικών ιατρείων του Υπουργείου Υγείας εμφανίστηκε το όνομα ενός «άγονου» ιατρείου στα βουνά του Πλωμαρίου, δεν το πολυσκέφτηκα. Δήλωσα ότι το θέλω και βέβαια το πήρα αφού κανένας άλλος δεν το επέλεγε! Ο προηγούμενος από μένα ήταν στρατιωτικός γιατρός και μετά είχε για καιρό ρημάξει…

Ξεκίνησα μια Κυριακή πρωί από τη Μυτιλήνη να δω πού θα πάω, να δω πού θα έμενα και τι θα χρειαζόμουν,  με τη συνοδεία της τότε σχέσης μου, που ήταν Μυτιληνιός. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση, ήταν ότι αυτός δεν είχε ανέβει ποτέ εκεί επάνω, όπως μου είπε.

Η διαδρομή για το Παλαιοχώρι Πλωμαρίου από τη Μυτιλήνη, είναι μια διαδρομή δύο ωρών. Ένα μεγάλο τμήμα της ήταν αρκετά δύσκολο αφού, μετά το Πλωμάρι, ανεβαίνει κανείς ένα βουνό όλο στροφές, μέσα στο χωματόδρομο και τις πέτρες.

"Επιστροφή στη φύση!" ανέκραξα, για να πάρω θάρρος.

Το χωριό φάνηκε στη στροφή, να κρέμεται στην πλαγιά του βουνού- γεμάτο λιόδεντρα- και στο βάθος κάτω, το βαθύ μπλε της θάλασσας. Στην κεντρική πλατεία υπήρχανε τρία καφενεία γεμάτα άντρες και στα τραπέζια επάνω, ποτήρια με ούζο. Είχε τελειώσει η εκκλησία και στα καφενεία ξεκινούσε ο χαβαλές και η κουβέντα.

Παρκάραμε όπως-όπως και μπήκαμε σ'ένα καφενείο να ρωτήσουμε.

"Καλημέρα", είπα. "Είμαι η καινούργια γιατρός σας, με ποιόν να συνεννοηθώ;".

Ξαφνικά, όλοι τριγύρω σιώπησαν. Ερευνητικά βλέμματα έπεσαν επάνω μου και– το θυμάμαι καλά- διέκρινα μια απορία, απογοήτευση, ίσως και απόρριψη.

Η αλήθεια είναι ότι η ξανθιά μου αλογοουρά, η φόρμα που φορούσα,  ο "ροζ πάνθηρας" της μπλούζας μου και, πιθανώς και τα 26 μου χρόνια, δεν έπειθαν και πολύ.

- Να ειδοποιήσουμε το δήμαρχο, είπε ο καφετζής. Θα πάρετε ένα ούζο;

Τι να έλεγα; Ότι πονούσε το στομάχι μου;

- Βέβαια, αναφώνησε ο συνοδός μου και με σκούντησε με τρόπο.

Περιττό να πω πως, όταν ήρθε και ο δήμαρχος, η ουζοποσία συνεχίστηκε και μέχρι να δω το ιατρείο και το χώρο διαμονής μου, είχα ψιλοζαλιστεί.

Το ιατρείο ήταν στην άκρη του χωριού, ακριβώς απέναντι από το νεκροταφείο! Ήταν ένα δίπατο σπίτι, δωρεά του πρώην ιδιοκτήτη, για χρήση από τον εκάστοτε γιατρό. Κάτω ήταν ο χώρος του ιατρείου και πάνω το σπίτι. Ένα παλιό πέτρινο σπίτι,που είχε ατυχώς αποκτήσει παράθυρα από αλουμίνιο και στο ιατρείο, αλουμινένια πόρτα.

Όλες οι πόρτες γύρω, άνοιξαν περίεργα. Απορημένες γυναίκες εμφανίστηκαν, να δουν τι συμβαίνει. Ανακάλυψα τελικά,απελπισμένη, πως δεν υπήρχε θέρμανση.

Στον πάνω όροφο, η κουζίνα είχε μια θαυμάσια μαντεμένια σόμπα-φούρνο με ξύλα. Εγώ όμως δεν είχα ποτέ μου ανάψει φωτιά κι όλη η εμπειρία μου για τη θέρμανση αφορούσε στα καλοριφέρ.

Εγκαταστάθηκα κουβαλώντας ό,τι θεώρησα αναγκαίο, μια που η διαδρομή μέχρι το Κέντρο Υγείας γινόταν συχνά αδιάβατη το χειμώνα που με τις βροχές "έπεφτε" το βουνό. Τότε, κοβόταν επίσης το φως και που και που και το νερό.

Ξαφνικά κατάλαβα ότι ήμουν στη μέση του πουθενά, με την ευθύνη τριών χωριών και ότι πολύ συχνά εκεί θα 'μουν μόνον εγώ και ο Θεός να με βοηθά και ενίοτε ούτε κι αυτός…Είχα ωστόσο αποκτήσει πια μια εμπειρία, τόσο στην ιατρική όσο και στη διοικητική διαχείριση περιστατικών.

Το πρώτο βράδυ έκλεισα την πόρτα και κοιτάζοντας από το μπαλκόνι στο βάθος τη θάλασσα και το φεγγάρι που αναδυόταν, σκέφτηκα πως έλεγα βλακείες. Πού να διαχειριστώ το περιστατικό; Στο βουνό;

Όταν κατέβηκα το πρώτο πρωϊνό να κάνω ιατρείο, δεν υπήρχε ψυχή. Αναλώθηκα στην καθαριότητα του χώρου. Κάποιος ρομαντικός μετανάστης στην Αυστραλία είχε δωρίσει εκεί τον εξοπλισμό ενός οδοντιατρείου, ένα κλίβανο αποστείρωσης και μερικά χειρουργικά εργαλεία που σκούριαζαν εγκαταλελειμμένα. Προσπάθησα να καθαρίσω τουλάχιστον τα χειρουργικά και ξαφνικά στην πόρτα φάνηκε μια μαυροντυμένη, κεφαλοδεμένη κυρία με σκαμμένο πρόσωπο.

- Καλημέρα; Με θυμάσαι; είπε..."

-Σας ξέρω; Ρώτησα.

-Βέβαια. Είχα μπει στο νοσοκομείο με διάρροια. Σουλτάνα με λένε. Ήσουν εκεί τη νύχτα που με φέρανε.

Ο διάλογος εξελίχθηκε πολύ ζεστά και περιττό να πω πως στην πορεία η κυρία Σουλτάνα αποδείχθηκε σωτήρια, διαδίδοντας στο χωριό πως ήμουν πριν γιατρός του νοσοκομείου.

Οι μέρες κυλούσαν ανάμεσα στις μετρήσεις πίεσης και ζαχάρου, στους καβγάδες γιατί αρνιόμουν να αντιγράψω στα βιβλιάριά τους συνταγές γιατρών που δεν ενέκρινα και σε περίεργες συζητήσεις για τα φάρμακα και τις αρρώστιες.

Ξεκίνησε το μάζεμα της ελιάς και μαζί τα ατυχήματα. Οι πεζούλες κάθετες στο βουνό, χωρίς πολλά περιθώρια κίνησης, οι κάτοικοι οι περισσότεροι μεγάλης ηλικίας και οι πτώσεις αναμενόμενες.

Το χωριό άδειαζε το πρωί, κανείς δεν πάταγε. Όλοι γύριζαν απόγευμα και τότε έρχονταν για την πίεση, τα φάρμακα κι ό,τι άλλο είχαν και μετά τα 'πιναν στα καφενεία. 

Ένιωθα άβολα που ήμουν γυναίκα και μάλιστα νεαρή. Οι άντρες με δυσκολία κάθονταν να τους εξετάσω…όταν τελικά έρχονταν στο ιατρείο. Οι γυναίκες πάλι, νόμιζαν πως ήμουν του χεριού τους. Οι συνάδελφοι του νησιού από την άλλη μεριά είχαν περάσει την αντίληψη ότι ο αγροτικός γιατρός απλώς αντιγράφει συνταγές. Αρκετοί είχαν μετατρέψει την Ιατρική σε εμπορικό μαγαζί και δεν ανέχονταν αντιρρήσεις. Δύσκολα τα πράγματα…

Με δυσκολία περνούσα ακόμη κι από την κεντρική πλατεία, αφού ένιωθα όλα τα μάτια να καρφώνονται πάνω μου και βέβαια αφού οι γυναίκες δεν περνούσαν από κει. Έκαναν πάντα το γύρο, προκειμένου να αποφύγουν την πλατεία και πρέπει να ομολογήσω ότι έπιασα τον εαυτό μου ν'ακολουθεί το παράδειγμά τους.

Και ξαφνικά, μετά από ένα ατύχημα, άρχισα να ρωτάω αν είχαν γίνει αντιτετανικοί εμβολιασμοί. Πήρα εμβόλια και ζήτησα από όλους να περάσουν να εμβολιαστούν. Σιγή. Κανείς δεν ερχόταν, εκτός από τα παιδιά που έτσι κι αλλιώς ήταν σε πρόγραμμα εμβολιασμού.

Εν τω μεταξύ, είχα εκπαιδεύσει την κόρη του αγροφύλακα, την Αγγελική, που εκτελούσε συστηματικά χρέη νοσηλεύτριας.

-Θα πάμε στα καφενεία να τους εμβολιάσουμε, της είπα μια μέρα.

-Τι λες; είπε. Θα μας δείρουν!

-Θα το προσπαθήσουμε, απάντησα, κι ό,τι κάτσει....

Η είσοδός μας στο καφενείο συνοδεύτηκε από μια αναταραχή και ακολούθησε η προσφορά για ούζο (απ'το πρωί ώς το βράδυ να μου προσφέρουν ούζο, κόντευα να γίνω αλκοολική!).

-Σηκώστε τα μανίκια σας να σας κάνουμε εμβόλια, τους είπα.

Μουδιάσανε. Κοίταζε ο ένας τον άλλο, τα ούζα ξανασηκώθηκαν, τα τσιγάρα ξανακοκκίνησαν στην άκρη όπως τα ρουφούσαν σκεφτικοί.

-Φοβόσαστε; είπα. Πρέπει να το κάνετε. Γιατί να πεθάνετε τσάμπα;

-Το παρατραβάς, μουρμούρισε η Αγγελική δίπλα μου αλλά ο δάσκαλος είχε σηκώσει ήδη το μανίκι του.

Τον ευγνωμονώ μέχρι σήμερα γι'αυτή του την κίνηση, που στωικά ακολούθησαν και οι υπόλοιποι... Ομολογώ πως αισθανόμουν άβολα και στον αέρα ένιωθα την άρνηση.

Το επόμενο περιστατικό ωστόσο, μεγάλωσε το κύρος μου στο χωριό μ'ένα περίεργο τρόπο. Ήταν χαράματα και τα βιαστικά χτυπήματα στην πόρτα δεν προμήνυαν τίποτα καλό. Ένα πανικόβλητο πρόσωπο εμφανίστηκε:

-Κάνε γρήγορα.Το παιδί χτυπιέται. Κινδυνεύει!

Πήρα την τσάντα και την ακολούθησα στα μονοπάτια. Στην είσοδο ενός σπιτιού η πρακτική μαμή του χωριού κρατούσε ανάποδα από τα πόδια ένα παιδί 3-4 ετών, κρεμασμένο σα σφαχτάρι και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτα λόγια το χτύπαγε ώστε να αιωρείται σαν εκκρεμές .

-Τι συμβαίνει; ρώτησα.

-Κάνει σπασμούς, ήταν η απάντηση.

-Και τι κάνει γυρισμένο ανάποδα;

-Διώχνει η μαμή τον πυρετό, μου είπαν.

Δεν ξέρω πώς της πήρα το παιδί από τα χέρια, που ψηνόταν από τον πυρετό. Ούτε πώς το μούσκεψα στο μπάνιο κατάλαβα και του χορήγησα αντιπυρετικό, μέσα σ' έναν ορυμαγδό από γυναίκες που ωρύονταν γιατί, εν τω μεταξύ, είχε μαζευτεί όλη η γειτονιά. Η μαμή τότε, στάθηκε στη μέση του καθιστικού και είπε μεγαλόπρεπα:

-Αν πεθάνει, δεν έχω ευθύνη!

Η συνέχεια με άφησε κατάπληκτη. Το παιδί δεν επικοινωνούσε καλά. Είχε ένα πρησμένο και επώδυνο αυτί, ενώ και όλος του ο τράχηλος ήταν πρησμένος. Είχα δει ήδη πολλές ωτίτιδες αλλά τούτη δεν έμοιαζε με καμιά.

-Τι συνέβη; ρώτησα.

-Πονούσε τ’αυτί του, μου είπαν και του βάλαμε ποντικόλαδο.

-Τι είναι αυτό; ξαναρώτησα έκπληκτη.

Η εξήγηση με άφησε άναυδη και πανικόβλητη.Όταν έβρισκαν ποντικοφωλιά, μάζευαν τα μικρά ποντικάκια και αφού τα σκότωναν τα'βαζαν σε βάζο με λάδι. Αυτό το λάδι το χρησιμοποιούσαν για την επούλωση τραυμάτων και όπου αλλού είχε ένδειξη (!).

Δεν ήξερα τι να πω. Προσπάθησα να εξηγήσω στη μητέρα ότι το παιδί της κινδύνευε από τη μόλυνση. Ότι οι ευχές και τα ξόρκια της μαμής –που εν τω μεταξύ είχε αποχωρήσει επιδεικτικά- δεν μπορούσαν να έχουν κανένα καλό αποτέλεσμα. Ότι για τους σπασμούς ευθυνόταν ο πυρετός, συνέπεια κι αυτός της μόλυνσης του παιδιού[...] 

 

 

 

 

 

 

Από τη συλλογή "Μονοπάτια" του Χρήστου Κεχαγιόγλου

 

Φωτογρ.:Hjalmar Dahm

Made with Namu6