ΚΑΤΖΙΙ ΜΟΤΟΤΖΙΡΟ - ΛΕΜΟΝI

(απόσπασμα)

[...]. Για κάποιο λόγο εκείνη την εποχή ένιωθα μια δυνατή έλξη για πράγματα που κουβαλούσαν πάνω τους την ομορφιά της φθοράς. Ετοιμόρροπες γειτονιές ήταν αυτές που μου τραβούσαν το ενδιαφέρον σαν τοπία κι ακόμα και σ' αυτές προτιμούσα όχι τον ψυχρό κεντρικό δρόμο αλλά τα πίσω δρομάκια, όπου μπορούσα να ατενίζω την εξαθλιωμένη μπουγάδα στα σχοινιά, τα σκόρπια σκουπίδια στο χώμα, τα άθλια δωμάτια. Σ' αυτές τις σκουληκιασμένες γειτονιές, που η βροχή και ο αέρας θα ανάγκαζαν αργά ή γρήγορα να επιστρέψουν στο χώμα – οι τοίχοι από λάσπη κατέρρεαν, τα σπίτια είχαν πάρει μια κατωφερή κλίση – η δύναμη της ζωής φανερωνόταν μονάχα στο φυτικό βασίλειο, στο περιστασιακό θαύμα ενός μεγαλόπρεπα ανθισμένου ηλιοτρόπιου ή ενός κάνα.

Συχνά περπατώντας σε κάποιους τέτοιους δρόμους, άφηνα ξαφνικά τον εαυτό μου να γλιστρήσει σε ένα είδος οπτικής παραίσθησης, πως δεν ήμουν πια τάχα στο Κιότο και βρισκόμουν, λέει, μίλια μακριά απ' την πόλη μου, στο Σεντάι, στο Ναγκασάκι ή σε κάποιο τέτοιο μέρος. Και πράγματι, αν ήταν στο χέρι μου θα το 'σκαγα απ' το Κιότο, θα ήθελα να πάω σε μια πόλη όπου κανείς δεν θα με γνώριζε. Κάπου όπου θα βασίλευε απόλυτη γαλήνη. Ένα άδειο δωμάτιο σ' ένα πανδοχείο. Ένα πεντακάθαρο φουτόν. Μια κουνουπιέρα αρωματισμένη και ένα φρεσκοκολλαρισμένο γιούκατα. Θα 'θελα να περνούσα ένα μήνα εκεί ξαπλωμένος χωρίς καμιά σκέψη στο νου μου. Αισθανόμουν πως αν το επιθυμούσα πολύ θα μπορούσα μέσα σε λίγες στιγμές να μεταμορφώσω ετούτο εδώ το μέρος σ' εκείνη εκεί την πόλη... Κι όταν η φαντασίωση άρχιζε στο τέλος να αποκτάει υπόσταση, χρωμάτιζα τις εικόνες του μυαλού με ό,τι βαφή ήθελα. Κι έτσι με ευκολία πλέον οι φανταστικές εικόνες προβάλλονταν στον ερειπωμένο δρόμο όπου περπατούσα. Και τότε μπορούσα να γευτώ με την άνεσή μου την απόλαυση της απώλειας του πραγματικού μου εαυτού.

Έπειτα, ξύπνησε μέσα μου ένα ενδιαφέρον για τα πυροτεχνήματα. Όχι τόσο να τα βλέπω την στιγμή της έκρηξής τους, αλλά έτσι όπως φιγουράριζαν στα μαγαζάκια, σε δέσμες, γεμάτα σχέδια ραβδωτά και βαμμένα φτηνά κόκκινα, πορφυρά, κίτρινα και γαλάζια χρώματα, με ονόματα όπως «Πεφταστέρια του Ναού του Τσουσάντζι», «Λουλουδομαχία», «Μαραμένα πάμπας». Μου άρεσαν και κάποια άλλα, σπιράλ αυτά, προορισμένα να ανάβουν και να καίγονται στο έδαφος, που είχαν το όνομα «Πυροτεχνήματα του Ποντικού» και ήταν τοποθετημένα ένα ένα σε τροχούς μέσα σε κουτιά. Πράγματα σαν αυτά ήταν που ασκούσαν μια αλλόκοτη γοητεία στην ψυχή μου.

Κι ύστερα παθιαζόμουν με τις γυάλινες χρωματιστές χάντρες, βώλους με ανάγλυφες στην επιφάνεια παραστάσεις ψαριών ή λουλουδιών ανάμεσά τους - ιδιαίτερη έλξη ασκούσαν πάνω μου αυτές που είχαν το όνομα Νάνκιν. Τις έβαζα στο στόμα και τις γευόμουν κι αυτό μου έδινε ανείπωτη αγαλλίαση. Άφηναν πίσω τους μια αδιόρατη γεύση και μια δροσιά. Όταν ήμουν παιδάκι οι γονείς μου με είχαν πολλές φορές μαλώσει που τις έβαζα στο στόμα κι αυτή η γλυκιά ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων, καθώς μάλλον αναβίωνε μεγεθυμένη εξ αιτίας της κατάντιας μου, εκείνη η επιστροφή της αμυδρής και φρέσκιας γεύσης από το παρελθόν, είχε μια ομορφιά απόλυτα ποιητική.

Θα το έχετε βέβαια καταλάβει ότι ήμουν σχεδόν ολοκληρωτικά απένταρος. Εν τούτοις το γεγονός ότι τέτοια μικρά πράγματα είχαν την ικανότητα να αγγίζουν έστω και λιγάκι την ψυχή μου και να μου δίνουν κάποια παρηγοριά, τα καθιστούσε αναγκαίες πολυτέλειες. Δυο τρεις πενταροδεκάρες – κι όμως πόση χλιδή. Ομορφιές που μπορούσαν ακόμα και κέντριζαν τις νευρασθενικές μου αντένες... Με δυο λόγια μια φυσική πηγή παρηγοριάς.

Πριν η ζωή μου υποστεί αυτή την έκλειψη υπήρχαν μέρη που αγαπούσα να πηγαίνω κι ένα απ' αυτά ήταν το Μαρούζεν. Κόκκινα και κίτρινα μπουκαλάκια eau-de-cologne και eau-de-quinine. Φιαλίδια αρωμάτων από κομψό επεξεργασμένο γυαλί με λεπτεπίλεπτα κυματιστά σχέδια σε στυλ ροκοκό και στο χρώμα του κεχριμπαριού και του πράσινου του νεφρίτη. Πίπες, σουγιάδες, σαπούνια και καπνοί. Ξόδευα χωρίς δυσκολία μια ολόκληρη ώρα επιθεωρώντας τέτοιες πραμάτειες. Και μετά, στο τέλος πια, προέβαινα το πολύ πολύ στην εξωφρενική αγορά ενός μολυβιού της πιο υψηλής βέβαια ποιότητας. Τώρα όμως πλέον κι αυτό το μέρος μου δημιουργούσε ένα αφόρητο πλάκωμα. Τα βιβλία, οι σπουδαστές, οι ταμίες, όλοι και όλα έπαιρναν την όψη φαντασμάτων πιστωτών.[...].

 

Μετάφραση: Παναγιώτης Ευαγγελίδης

 

 

 

 

Ο Κάτζιι Μοτότζιρο γεννήθηκε στην Όσακα το 1901 από μια οικογένεια εμπόρων. Το 1924 άρχισε να σπουδάζει αγγλική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Τόκυο αλλά τα παράτησε δύο χρόνια αργότερα εξ αιτίας της αρρώστειας του. Αφού πέρασε δεκαοκτώ μήνες σε μία περιοχή με θερμές πηγές στην Γιουγκάσιμα ο Κάτζιι επέστρεψε στην Όσακα όπου και έζησε μαζί με την μητέρα του μέχρι τον θάνατό του από φυματίωση το 1932. Εξ αιτίας του πρόωρου θανάτου του αλλά και της ίδιας της εποχής –από την μία το προλεταριακό λογοτεχνικό κίνημα και από την άλλη ο ανερχόμενος εθνικισμός και η στρατοκρατία- το έργο του Κάτζιι δεν γνώρισε σοβαρή αναγνώριση κατά την διάρκεια της ζωής του. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαιτέρως στα τέλη της δεκαετίας του ’50 όλο και πιο πολλοί ιάπωνες συγγραφείς άρχισαν να θεωρούν τα έργα του Κάτζιι μία σημαντική γέφυρα ανάμεσα στην προπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο της ιαπωνικής λογοτεχνίας. Σχεδόν όλες οι ιστορίες του Κάτζιι είναι σύντομες και έχουν ως κέντρο τους έναν μοναχικό ήρωα ή, όπως το περιέγραψε ο ίδιος, «έναν μοναχικό ταξιδιώτη στο σύμπαν».

Made with Namu6