ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;

 

"Φταίει η υγρασία" του Ανδρέα Ζαχαριάδη

 

"Νωρίς το πρωί

ίσως και αργά το απόγευμα.

Κάθομαι σπίτι μου.

Ζωγραφίζω έναν κύκλο στον καθρέφτη

με το δάχτυλο.

Το κουδούνι χτυπάει. Ένας άγνωστος στέκεται στην πόρτα.

Με προσπερνάει,

ξαπλώνει στο κρεβάτι μου και

πεθαίνει.

Αναστατώνομαι.

Τον συγυρίζω στο πάτωμα και φτιάχνω κάτι να φάω.

Πεινάω ξαφνικά.

Γιατί δεν θα’πρεπε να έχω όρεξη, τώρα;

Το ψάρι,παρ’όλ’αυτά,είναι νοστιμότατο.

Γιατί ειδικά στο κρεβάτι μου;

Απαράδεκτο!

Μόλις προχθές πήρα την κουβέρτα απ’το καθαριστήριο.

Δεν μπορώ να φάω άλλο.Πετάω τα υπόλοιπα.

Το κουδούνι χτυπάει.Ένας ταχυδρόμος στέκεται στην πόρτα.

Μου παραδίδει ένα βιβλίο,

με προσπερνάει,ξαπλώνει στο κρεβάτι μου και

πεθαίνει.

 

Αρχίζω να ανησυχώ,κατά την διάρκεια της ημέρας φοβάμαι

τις επισκέψεις.

Φαντάζομαι το βιβλίο του ταχυδρόμου

στον καθρέφτη πως-εξαιτίας της υγρασίας-θα μπορούσε

να κολλήσει μέσα στον νωπό κύκλο.

Αφουγκράζομαι το βόμβο του ψυγείου.

Γιατί;

Γιατί ειδικά στο κρεβάτι μου;

Σε τι έχω φταίξει;

Ο πρώτος αρχίζει να βρωμάει.

Σέρνω τον τελευταίο απ’το κρεβάτι και

τον αφήνω να πέσει πάνω στον πρώτο.

Δεν κοιτάζονται.

 

Ακούω ραδιόφωνο.

Σιγοτραγουδάω μαζί “Somebody up there is waiting for you…”

Το κουδούνι χτυπάει.Ένας νέος άντρας στέκεται στην πόρτα.

Τον ρωτάω αν θέλει να πεθάνει.

Αρνείται πεισματικά,

με προσπερνάει,

σταματάει όμως στον καθρέφτη,

ξεκρεμάει το βιβλίο από τον κύκλο,

το αφήνει-ανοιχτό στη μέση-πάνω στο τραπέζι,

σκοντάφτει στον ταχυδρόμο,

πέφτει στο κρεβάτι μου και

πεθαίνει.

«Λες και υπάρχει κανείς που να θέλει να πεθάνει!»πρόλαβε να μου πει.

Συμπαθητικός τύπος.

Δυστυχώς ,υπάρχουν πολύ λίγοι σαν αυτόν.

Θα’θελα να’χαμε κουβεντιάσει ακόμα λίγο.

Τον ξαπλώνω στο πάτωμα,

σε μια γωνιά δίχως σκουπίδια.

Τον κοιτάζω,αλλά

δεν μου ανταποδίδει το βλέμμα.

Είμαι ακόμα μόνος.

Μπόρεσα να διαβάσω κάτι στο βιβλίο του ταχυδρόμου.

Πάντως,όσο γυρίζεις τις σελίδες,

παρ’όλη την υγρασία,

τα γράμματα κατρακυλούν.

Είναι τόσο βαριά βλέπεις.

Μόνο οι σκέψεις κολλάνε στο χαρτί.

Επεξεργάζομαι μια ρωγμή στον τοίχο.

Είναι από τον σεισμό.

Δεν έχει πια τίποτα να τσιμπήσω στο σπίτι.

 

Το κουδούνι χτυπάει.Κάποιος στέκεται στην πόρτα.

«Θέλετε να πεθάνετε;»τον ρωτάω.

«Όχι», μου αποκρίνεται.

«Τότε, πηγαίνετε καλύτερα σπίτι σας!»τον προειδοποιώ.

Το βλέμμα του προδίδει ότι δεν με καταλαβαίνει,αλλά

πηγαίνει.

Αυτή είναι άραγε η λύση;

Πηγαίνω στους τρεις νεκρούς,

παραμερίζω τα σκουπίδια,  ξαπλώνω στο πάτωμα

για να μπορέσω να τους κοιτάξω βαθιά στα μάτια

και λέω να πάνε σπίτια τους.

Καμιά αντίδραση.

Τους δείχνω τον καθρέφτη

-ο κύκλος έχει ξεθωριάσει-

μα κανείς εκτός από μένα δεν σηκώνεται.

Βρωμάνε.

Ανοίγω το παράθυρο προς τον φωταγωγό

και βάζω ένα cd.

Μια ριπή αέρα ξεφυλλίζει το βιβλίο,

σταματάει στην πρώτη σελίδα.

Το κουδούνι χτυπάει.Το περίμενα.

 

Ένας στέκεται κοντά στην πόρτα,

ο άλλος λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει πια,

ότι έχουν χάσει τη διαύγεια της σκέψης.

Δεν τους καταλαβαίνω,είναι και οι δύο γυμνοί.

Με προσπερνούν,

αγγίζονται με συμμετρικές κινήσεις,

ξαπλώνουν στο κρεβάτι μου

χέρι με χέρι

…….πόδι με πόδι

………..γόνατο με στέρνο

……………φρύδι με ομφαλό και

πεθαίνουν.

Τους τοποθετώ στις δυο πλευρές του τρίτου,

του ωραίου.

Έχει πια πάψει να βρωμάει.

Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου.

Δεν ακούω πια το κουδούνι να χτυπάει.

                                                  ΤΕΛΟΣ

______________________________________________________

 

 

Ζωγραφική: Νίκος Χριστοφοράκης

 

Made with Namu6