(απόσπασμα)
Παρασκευή, 1η Αυγούστου 1997, πρωί.
Ο Άκης Πάνου στέκεται µόνος έξω από το μικρό σπίτι που μόλις είχε τελειώσει στον κάμπο της Λεύκης, κοντά στην πόλη της Ξάνθης. Δύο µέρες ξενυχτισμένος, είχε φθάσει µε την πρωινή πτήση από την Αθήνα στην Καβάλα και μετά µε ταξί στο σπίτι, κρατώντας µόνο ένα μικρό τσαντάκι που περιέχει και το εισιτήριο επιστροφής. Δεν μπορεί να μπει, η οικογένεια δεν έχει µετακοµίσει ακόμη στο σπίτι και η γυναίκα του είχε αλλάξει την κλειδαριά. Τηλεφωνεί στην κουμπάρα τους για να ειδοποιήσει ότι έχει έρθει απροειδοποίητα και να του ανοίξουν. Φτάνει η δεύτερη γυναίκα του Άννα, µε το ένα από τα τέσσερα παιδιά του, τον ανήλικο Θανάση- Δηµήτρη που έχει και το όνομά του. Κατά τα λεγόμενά του, ο Άκης ήρθε για να ξεκαθαρίσουν τις µεταξύ τους σχέσεις και να χωρίσουν αφού δεν τα πήγαιναν καλά, ο καημός της Άννας όμως ήταν ο δεσμός της κόρης τους Ελευθερίας µε έναν παντρεμένο, ύποπτο κατά τις πληροφορίες της άτομο, στο σπίτι του οποίου είχε καταφύγει. Ο γνωστός συνθέτης συζητάει µε τη γυναίκα του, τρώει λίγο, πίνει μερικές μπύρες γιατί, όπως λέει αργότερα «δεν πίνω νερό, πίνω μπύρες», και πέφτει για ύπνο στον καναπέ. Εκεί που νωρίτερα είχε βάλει κάτω από το μαξιλάρι ένα γεμάτο πιστόλι.
Μετά από λίγες ώρες, αργά το µεσηµέρι, ο Πάνου θα στέκεται µε το 45αρι πιστόλι Colt πάνω από το άψυχο κορμί του Σωτήρη Γιαλαµά, που σύμφωνα µε το σήμα της Αστυνομίας μετά το έγκλημα ήταν «Ετών 30, χειριστής ανυψωτικών µηχανηµάτων, κατ. εν ζωή Ξάνθης- Καβάλας 5». Δράστης και θύμα δεν είχαν ξανασυναντηθεί.
Ένα έγκληµα, όπως η ανθρωποκτονία µε πρόθεση, αποτελεί ένα ακραίο αδιαµεσολάβητο γεγονός, γυμνό και αληθινό όπως η κάνη ενός Colt που καπνίζει, πραγµατικό και τροµακτικό όπως ένα πτώµα στα σκαλιά µε µία σφαίρα στο κεφάλι. Στη συνέχεια, εµπλέκονται οι διωκτικές αρχές, λαµβάνονται µαρτυρίες και απολογίες, εξετάζονται πειστήρια, τα ΜΜΕ διεξάγουν τη δική τους έρευνα, και τελικά σχηµατίζεται µία δικογραφία και ένα Δικαστήριο καλείται µετά από αρκετό καιρό σε συνθήκες εργαστηρίου να ανασυγκροτήσει τα περιστατικά, να διαµορφώσει άποψη για την υποκειµενική βούληση του δράστη κατά το συµβάν, να εκτιµήσει τη συµπεριφορά του θύµατος, αλλά και να ελέγξει τις λοιπές περιστάσεις. Πρόκειται κατά συνέπεια για µια διαδικασία εξ ορισμού διαµεσολαβηµένη. Ως εκ τούτου, η δικαστική αποτίμηση αποτελεί τη χλωµή αντανάκλαση του ρωµαλέου γεγονότος, το οποίο διαµεσολαβείται περαιτέρω από την περιχαράκωση των δικαστών στο νοµικό θετικισµό αλλά και τις κοινωνικές αντιλήψεις και σκοπιµότητες που διαµορφώνουν το δικαστικό λόγο. Θα δούµε παρακάτω την απόφαση του δικαστηρίου.
Προς το παρόν, οφείλουµε να ανατρέξουµε κάποιους µήνες πριν από το φονικό. Τον Μάιο 1997, ο Άκης Πάνου, που ζει τότε στην Αθήνα, πληροφορείται ότι η κόρη του Ελευθερία, 19 τότε ετών, έχει εξαφανιστεί. Το ζήτηµα παίρνει δηµοσιότητα, ο ίδιος εµφανίζεται στην τηλεόραση και απειλεί θεούς και δαίµονες. Σε µια τέτοια εκπομπή επικοινωνεί η Ελευθερία και ανακοινώνει ότι δεν την έχει απαγάγει κανείς, µένει µε τη θέλησή της στο σπίτι του συντρόφου της Σωτήρη Γιαλαµά, θέλει να είναι “η Ελευθερία και όχι η κόρη του Άκη Πάνου” και τον καταγγέλλει ως καταπιεστικό και αυταρχικό. Αυτός αντιδρά αποκαλώντας τον Γιαλαµά “µπράβο, άνθρωπο της νύχτας, µαστρωπό, χαπάκια” και ταυτόχρονα αποκηρύσσει την κόρη του. Λέει σε µια συνέντευξη εκείνες τις ηµέρες: «Έφυγε σαν φυγάς, ξεκίνησε να διεκδικεί τα δικαιώματά της µε λάθος τρόπο, µπέρδεψε την έννοια της ελευθερίας µε την ασυδοσία. Της αφαιρώ το δικαίωµα να ταράζει την οικογένειά της και να παίζει θέατρο. Το σπίτι µου δεν είναι οίκος ανοχής, δεν μπορεί ένα παιδί να έρχεται και να φεύγει...Επειδή το λέει η εποχή της; Δούλος δεν είµαι της εποχής της, οι εποχές να µάθουν να προσαρµόζονται...» (Ελ. Τύπος, 25-5-1997).
Αυτά επαναλαµβάνει και στην απολογία του στο Δικαστήριο: «Έτσι µε τη δική της επανάσταση θέλησε να εκδικηθεί. Ο υπερπροστατευτισµός ο δικός µου ήταν κατηγορία, ενώ του Γιαλαµά έπαινος. Αποφάσισα να µην ασχοληθώ πλέον µαζί της. Δήλωσα στην Άννα και στα παιδιά "εγώ θέτω σε άγνοια την Ελευθερία, µη µε ξαναενοχλήσετε, δεν ξαναπατάω στην Ξάνθη"».
Ξαναγύρισε όµως εκείνο το µοιραίο αυγουστιάτικο πρωινό. Πόσο συµπτωµατική ήταν η άφιξη και πόσο τυχαίο το περιστατικό που επακολούθησε; Και τι σηµαίνει συµπτωµατικό και τυχαίο; Δεν είναι η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου µία αδιάσπαστη διαλεκτική σύνθεση αντιθέσεων που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση τις επιλογές και τις ενέργειές του; Μήπως τελικά η µοίρα του καθενός µας είναι ο χαρακτήρας του, που διαµορφώνεται από αναρίθµητες φανερές και υπόγειες επιρροές και διαδροµές; Σε ποιον λογοδοτούσε ο Άκης Πάνου όταν έριξε τη µοιραία βολή; [...].

