σχέδιο: ΑΝΤΟΝ
Ο ΚΙΣΣΟΣ
της Πετούνιας Εξακουστού
(απόσπασμα)
Αισθάνομαι περίεργο τρεµούλιασµα.
Σπασμός στο στομάχι
Ιδρώτας τρέχει, µου γλύφει τη ράχη.
Κάτι στριφογυρίζει μέσα µου
Κινείται εσωτερικά -δεν βιάζεται- κινείται αργά.
Ανοίγω αβέβαια το στόµα
Φτάνει στον οισοφάγο
Χώνω τα δάχτυλα στο λάρυγγα
Πιο μέσα, όλο και πιο µέσα.
Με τ’ ακροδάχτυλά µου το αγγίζω, αναρριγώ
Ανεβαίνει, θέλει να βγει, το πιάνω
Τραβώ µε δύναµη.
Το στόµα µου συνέχεια ανοιχτό
Το σώµα τρέµει
Τα πόδια λυγίζουνε, οι παλάµες µουδιάζουνε.
Δεν θέλω να κοιτάω γύρω µου
Φοβάµαι.
Αυτό που βγαίνει από µέσα µου είναι παράνοµο
-το ξέρω- και απρεπές.
Είναι χυδαίο, βάρβαρο
Ντρέποµαι.
Αυτό που κάνω δεν είναι έντιµο να γίνεται δηµόσια
Δεν πρέπει να το βλέπουνε παιδιά
Είµαι τροµακτική εικόνα -χαλάω τη γιορτή.
Σίγουρα γίνοµαι θέαµα εδώ που στέκοµαι
Στη σιχαµένη προεξοχή
Μπροστά στην προκυµαία
Στο δρόµο δίπλα στη θάλασσα, στα γύρω κτίρια
Στο ύπουλο νησί.
Με τ’ ακροδάχτυλά µου αγγίζω και τραβώ
Απλώνει προς τα έξω, ξετυλίγεται προς τα µπρος.
Κισσός, µια πράσινη γιρλάντα
Απτόητος γλύφει τα µέσα µου καθώς περνά
Φύλλα υγιή και τρυφερά, απόκοσµα
Ξετυλίγονται ατσαλάκωτα στο φως
Γρατζουνάνε το λαιµό, µου προκαλούν πνιγµό.
Γλοιώδης φυτική ταινία πρόστυχα πράσινη
Χύνεται ασταµάτητα, κλιµακωτά από το στόµα
Κάτω στο πάτωµα, στο κτίριο
Και απ’ το κτίριο στο έδαφος
Στην προκυµαία, στη θάλασσα, στο πέλαγος.
Το τροµερό πλοκάµι χάνεται στον ορίζοντα
Βλέπω αποµακρύνεται -το τυχερό- απ’ το νησί.
Πού ήτανε; Πώς ήτανε µέσα µου;
Ούτε που ξέρω, ούτε θα ήθελα να βρω
Θα παραµείνει ένα αίνιγµα
Και τον αφήνω να ρέει προς τα κάτω.
Με εξολοθρεύει, µε ντροπιάζει, µε απειλεί θανάσιµα
Ασκεί επάνω µου άρρωστη γοητεία
Όπως ετούτο το νησί, η εκούσια εξορία.
Ανίκανη ν’ αντισταθώ, ολοκληρωτικά παραλυµένη
Ασφυκτικά εντοιχισµένη σ’ αυτήν τη στάση
Το στόµα µου θα παραµένει -τρέµω στη σκέψη-
Έτσι, για πάντα ανοιχτό.[...]

