Ο τελευταίος χορός στην Columbia
(απόσπασμα)
Το σήμα της εταιρείας ήταν μια νότα πενταγράμμου. Στην κεντρική πύλη, αυτή η νότα, τεράστια και τρισδιάστατη, παρέμεινε ψηλά, δίπλα στο λογότυπο “Columbia”, κοροϊδεύοντάς μας ανάμεσα στα ερείπια, χωρίς να βγάζει άχνα. Καθώς εξέπνεε το 2006, οι μπουλντόζες, πρόλαβαν την επιτροπή διάσωσης, που καθυστέρησε να φτάσει στον προορισμό της.
Το Φεβρουάριο του 2006 ο Anton, μαζί με τη χορεύτρια Μαρκέλλα Μανωλιάδου, “εισέβαλλαν” στο παλιό εργοστάσιο δίσκων της Columbia, στη Ριζούπολη. Ο καλλιτέχνης αναζητούσε χώρο για να δουλέψει πάνω σε μια σειρά γυμνών φωτογραφιών και φαίνεται πως βρήκε τον πιο κατάλληλο. Εδώ, οι ρημαγμένοι χώροι, ήταν γεμάτοι από σπασμένα βινύλια και φαντάσματα μελωδιών του παρελθόντος, ένα ιδανικό σκηνικό δηλαδή για πειραματισμό. Μπήκανε εύκολα στο εγκαταλειμμένο κτίριο, από την κεντρική είσοδο. Εξερευνήσανε τα παλιά γραφεία, τους διαδρόμους με τα σπασμένα τζάμια και το σιωπηλό υπόλειμμα του στούντιο που παλλότανε άλλοτε από ζωή και ήχους. Δίπλα στα αποτυπώματα που άφησαν οι ειδικοί κλίβανοι, οι επιχρυσωμένες κερένιες μήτρες, και οι χειροκίνητες πρέσες,
ο καλλιτέχνης επιχειρεί να δημιουργήσει μια “νησίδα σιωπής στον κόσμο”, μέσω της γυμνής γυναικείας φιγούρας που, μοιάζει να κατοικεί στη μέση του πουθενά.
Για τον Anton, η φωτογραφική πράξη, το καδράρισμα, το μοντέλο, η εικόνα τελικά, διαγράφει το νόημα και ασκεί ένα είδος εξαγνισμού, ένα είδος αφαίρεσης, που συλλαμβάνει τη σιωπή του υποκειμένου, ώστε να φτάσει στο μυστικό του αντικειμένου. Τον ενδιαφέρει ν’ αρπάξει το στιγμιαίο και το τυχαίο της εικόνας, που του αποκαλύπτεται στο σκοτεινό θάλαμο. Τα σχεδόν σβησμένα ίχνη μιας στιγμής που αιωρείται. Όπως τα ίχνη της ελληνικής δισκογραφίας, που γίνανε ένα Μάτσο Μπάζα, δίνοντάς μας την αφορμή γι’ αυτόν τον ύστατο χορό, πάνω σ’ ένα ρέκβιεμ που δεν θα τυπωθεί και δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ.[...]
Του χρόνου τα χαλάσματα
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη

(απόσπασμα)
Τα γυάλινα, ατσαλένια, τσιμεντένια, κλιματιζόμενα κλουβιά δεν κρύβουν τα ερείπια, που σωρηδόν θάβουν τη ζωή μας. Ούτε την χωματερή των συναισθημάτων, που ολημερίς μας καταπίνει. Ποτέ άλλοτε τόσα πολλά χαλάσματα, σε καιρό ειρήνης, που θεριεύει υπόγεια ο ανελέητος πόλεμος με την μητέρα φύση. Λες και μόνη μας προτεραιότητα είναι να εξαφανίσουμε τις πατημασιές στη γη, για ν’ αφήσουμε την μνημειώδη καταναλωτική μας βλακεία.
Έρημο, σιωπηλό, αποδεκατισμένο από τον εγκέλαδο και τη συνήθη κρατική αδιαφορία, πάει και το ιστορικό εργοστάσιο δίσκων της Columbia στη Ριζούπολη. Μην τυχόν γίνει σπουδαστήριο της διαχρονικής μουσικής προίκας. Όχι μόνο της εγχώριας αλλά σύμπασας της βαλκανικής. Με συνοπτικές διαδικασίες, σε σχόλη έδρασαν οι μπουλντόζες. Για να παραχώσουν μαζί με τις πολύτιμες μνήμες και τις χλιαρές αντιδράσεις ολιγάριθμων ακόμα εραστών της καλλιτεχνικής πανδαισίας, που έξη δεκαετίες αντηχούσε στους τοίχους του κι έτρεφε πλουσιοπάροχα την κοινωνία.
Δεν ήταν, βλέπετε, αχανές και μονοκόμματο, χωρίς ενδιάμεσες κολώνες, μηχανουργείο ή έστω καπναποθήκη, για να μετατραπεί σε πολυτελέστατο σκυλάδικο. Σε χοροπηδάδικο αναπαλαιωμένο με τα λεφτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που παροχετεύονται συνωμοτικά στις τσέπες αργυρώνητων πολιτικών και λαθρονυχτοβιούντων επιχειρηματιών. Κι όσοι δικαιολογημένα απορείτε: “πώς έγινε και δεκαπέντε χρόνια τώρα ξέφυγε από την οικοπεδοποίηση αυτό το σφόδρα προνομιούχο και πανάκριβο κομμάτι αθηναϊκής γης”, δεν θα μείνετε για πολύ ακόμα στης άγνοιας το σκότος.
Το πίσω μέρος του ήταν εκτός σχεδίου πόλεως λόγω του γειτνιάζοντος ξεροποτάμου. Δεν ήταν, άλλωστε, ιδιοκτησία πολιτικού κόμματος, το οποίο στον μπαζωμένο στα μουλωχτά Ποδονίφτη, θα έκτιζε το «σπίτι» του, κι όταν ο χείμαρρος ξυπνούσε θυμωμένος και το πλημμύριζε -με χρήματα πάλι της Ευρωπαϊκής Ένωσης- θα συντηρούσε ό,τι από το αρχείο του δεν έγινε λασποπολτός!
Βρέθηκε, όμως, η φόρμουλα για να κερδίσουν, επιτέλους, ακόμα και από τα ερείπια, πρωτίστως σε αστρονομικές τιμές, η πολυεθνική ΕΜΙ κι ο τοπικός της αντιπρόσωπος Μάτσας. Ανάπλαση της περιοχής Προμπονά, το πρόσχημα, και ένταξή της στο πολεοδομικό σχέδιο: γίνεται δηλαδή πολυώροφο συγκρότημα στο οικόπεδο κι αφήνεται το ακρινό κτίριο να γίνει μουσείο ελληνικής δισκογραφίας. Τι μεγαλοψυχία! Πώς αλλιώς θα αποκτήσουν ιστορικό-τουριστικό αξιοθέατο, προς άγραν και άλλων -πιο δύσπιστων- πελατών, τα ποικιλόμορφα πολυεθνικά σαβουρατζίδικα του πνεύματος και του σώματος, που θα στηθούν εκεί όπου γράφτηκε η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, κι όχι μόνο; Θα βγαίνεις από το φαστφουντάδικο-ταχυφαγείο (ο όμορφος και ακριβής ελληνικός όρος, αλλά ποιος σκοτίζεται στον κολοφώνα της μαζικής ξενομανίας για την δόλια ελληνική γλώσσα!). Θα κουβαλάς τα εμπορικά πακέτα με την πολλαπλά υποθηκευμένη σου ανάπηρη προσωπικότητα και θα περνάς -άλλοθι συνείδησης- θα ρίχνεις φευγαλέα ματιά στο μουσείο της «Κολούμπια», όπως αποκαλούσαν το εργοστάσιο οι παλιοί καλλιτέχνες, που νότα-νότα κέντησαν το αξεπέραστο μουσικό εργόχειρο.[...].
_______________________________________________________________
Των τραυμάτων και των εμπειριών (Columbia, 1973-1985)
Tου Στράτου Φουντούλη

(απόσπασμα)
Το έφεραν βράδυ. Oδηγούσε αργά, ο άλλος ακολουθούσε πίσω τους σε απόσταση, κρύωνε με το λεπτό πουκάμισο, το στομάχι του ήταν ακόμη ανακατωμένο από αυτά που είχε δει. Είχαν ανάψει τα φώτα στη βεράντα, οι επισκέπτες έστεκαν σιωπηλοί κι ανήσυχοι παράμερα και περίμεναν. Τη στιγμή που μετέφεραν το παιδί τυλιγμένο σε μια κουβέρτα κάποιος ρώτησε σιγανά: Το πόδι; «Του το ’κοψαν», αποκρίθηκε. Μετέφεραν το αγόρι στο δωμάτιό του. Στάθηκε στο κρεβάτι δίπλα του, τον ακούμπησε προσεκτικά και τον σκέπασε. «Τι άλλο χρειάζεσαι;», την άκουσε δίπλα του να λέει. Να περιμένουμε. Εκείνη του έσφιξε το χέρι. Ας ζήσει, Θεέ μου το παιδί, ψιθύρισε, και ανασηκώνοντας τους ώμους σωριάστηκε στην πολυθρόνα που υπήρχε δίπλα στο κρεβάτι. Εκείνη του άγγιξε το μάγουλο. «Θα μείνω εγώ με το παιδί», είπε.
Έλα κοιμήσου εδώ, δίπλα μου
Ο θρύλος λέει ότι ο Λιστ λίγο πριν πεθάνει άφησε ένα χειρόγραφο περί της ύπαρξης μιας νέας νότας που κατά λάθος είχε ανακαλύψει. Την άκουσε για πρώτη φορά, και την ονόμασε “Περαστική”, ένα βράδυ καθώς έπαιζε στο salon της Φροϋλάιν Γκένσερ, ένας ήχος του οποίου την πηγή δεν μπόρεσε να προσδιορίσει, “μπλέχτηκε” ανάμεσα στις νότες της σονάτας που έπαιζε, αυτό συνέβη φυσικά σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η “παρέμβαση” αυτής της μυστήριας νότας παρήγαγε έναν ήχο πρωτόγνωρο για το μεγάλο δημιουργό.
Το χειρόγραφο αυτό δεν βρέθηκε ποτέ, δεν υπάρχει δε, κανένας απολύτως λόγος να πιστέψουμε ότι η αδερφή του κατέστρεψε το χειρόγραφο μαζί με τα «λιγότερης αξίας» έργα του κατόπιν εντολής του μεγάλου μουσουργού. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες ότι το χειρόγραφο πράγματι υπήρξε με το συγκεκριμένο του περιεχόμενο. Για πρώτη φορά, μετά από αυτή του την αποκάλυψη, ο Λιστ έγινε ιδιαίτερα επιφυλακτικός όσο αφορά την απόσταση μεταξύ του εαυτού του και των ακροατών. Επιθυμούσε η απόσταση αυτή να μην είναι μικρότερη ή περισσότερη από τους ακροατές του συγκεκριμένου κονσέρτου στης Φροϋλάιν Γκένσερ. Ο Κλιμτ αναφέρει αυτήν την «περίεργη εμμονή» του Λιστ, στην αλληλογραφία με τον αδερφό του.[...].
